Kenneth Rexroth, 1905-1982 – Σύντομη βιογραφία του ποιητή, αναρχικού και πρωτοπόρου του κινήματος Beat

Του Nick Heath*

Εργατική δύναμη στην αγορά,
Δύναμη πυρός στο πεδίο της μάχης,
Είναι όλα ένα ίσως δύο
Όψεις του ίδιου τέρατος.
Ο Δράκος και ο Μονόκερως

Ο Kenneth Rexroth γεννήθηκε το 1905 στην Ιντιάνα, σε μια οικογένεια φεμινιστριών, ελευθεροσκεπτικιστών, οπαδών της κατάργησης της δουλείας, σοσιαλιστών και αναρχικών. Ο πατέρας του συνήθιζε να πίνει ουίσκι με τον Eugene Debs, τον σοσιαλιστή ηγέτη. Έτσι, η ανατροφή του Kenneth ήταν φωτισμένη, αλλά στη συνέχεια είχε την ατυχία να μείνει ορφανός στην ηλικία των 12. Τα περισσότερα χρόνια της εφηβείας του τα πέρασε στο Σικάγο, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ενώ συμμετείχε στη λειτουργία μιας τζαζ τσαγερί. Εδώ ήταν που ήρθε σε επαφή με τον κόσμο των μποέμ – μουσικούς, ποιητές, συγγραφείς, καλλιτέχνες, άνεργους, επαναστάτες και ξένους.

Ο Kenneth Rexroth υπήρχε σχεδόν εντελώς αυτοδίδακτος, με μόνο πέντε χρόνια στην επίσημη σχολική εκπαίδευση. Διάβαζε πάρα πολύ και με μεγάλη προσοχή, ενώ άρχισε να γράφει ποίηση και να επιδίδεται στην αφηρημένη ζωγραφική. Επίσης, εργάστηκε στη θεατρική avant-garde σκηνή και έμαθε από μόνος του αρκετές γλώσσες. Όπως και ο Ευρωπαίος συγγραφέας Jean Malaquais, έζησε στο δρόμο στο τέλος της εφηβείας του, αλητεύοντας και περιπλανώμενος.

Έκανε πάρα πολλές δουλειές, μερικές φορές ως μάγειρας καουμπόι, άλλοτε ως λογομάχος καθώς και σε γεωργικές και δασικές εργασίες. Εργάστηκε ως κατασκευαστής οδοντόβουρτσων και διανεμητής φυλλαδίων σχετικά με τη διατροφή. Μάλιστα, κατάφερε να ταξιδέψει μετ’ επιστροφής στο Παρίσι ως λαθρεπιβάτης. Στο Παρίσι συνάντησε πολλούς σημαντικούς ριζοσπάστες καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένων πολλών σουρεαλιστών.

Ενώ βρισκόταν στη Γαλλία, ο αναρχικός Αλεξάντερ Μπέρκμαν, του είπε ότι δεν πρέπει να καταντήσει ένας άλλος αλλοδαπός και έτσι ο Kenneth επέστρεψε στις ΗΠΑ. Ενστερνιζόμενος τις αναρχικές ιδέες σε νεαρή ηλικία, κατανόησε τον μπολσεβίκικο μύθο της Ρωσικής Επανάστασης, μόλις το 1921, όταν η εξέγερση των ναυτών της Κρονστάνδης συνετρίβη από τον Λένιν και την παρέα του.

Το 1927 εντάχθηκε στους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW), εργαζόμενος για λίγο στην εφημερίδα του συνδικάτου. Στο Σικάγο έστησε μια ομάδα ντανταϊστών. Ακολούθησε ανεξάρτητη δραστηριότητα κατά τη δεκαετία του 1930. Διαμένοντας πλέον στο Σαν Φρανσίσκο, συμμετείχε στην έκδοση του δελτίου “Waterfront Worker” που προέτρεπε τους λιμενεργάτες να οργανωθούν. (Στη μετέπειτα ζωή του διασκέδαζε τους φίλους του με τις παραδόσεις της IWW και ισπανικά αναρχικά τραγούδια και μερικές φορές χρησιμοποιούσε τον χαιρετισμό της IWW “Αγαπητέ σύντροφε εργάτη” σε επιστολές του).

Με την κατάρρευση του επαναστατικού κύματος, διατήρησε και αναζήτησε επαφές με εκείνους που είχαν διατηρήσει τον ριζοσπαστισμό τους, ευελπιστώμντας σε μια επαναξιολόγηση και επανεξέταση. Όπου στεκόταν δυνατόν, μιλούσε ενάντια στην καθεστηκυία τάξη. Πρέπει να θυμόμαστε ότι σε αυτή την -εν πολλοίς τραγική- περίοδο, ήταν εξαιρετικό επίτευγμα η διατήρηση μιας κάποιας επαναστατικής αισιοδοξίας. Οι διαστροφές του μπολσεβικισμού σήμαιναν, όπως έλεγε ο Kenneth, ότι “δεν υπήρχε κανείς αριστερός που να μην επικεντρωνόταν αποκλειστικά στο Κρεμλίνο, είτε ως ανόητος σταλινικός με το τσεκούρι είτε ως ένας ψυχοπαθής αντιμπολσεβίκος”.

Ήταν επίσης σε θέση να προχωρήσει στην οξεία παρατήρηση ότι «τα σοσιαλιστικά και συνδικαλιστικά κινήματα στη Δύση λειτούργησαν στην πραγματικότητα -όχι μόνο ως διοικητές, για να εξασφαλισθεί ότι ο ατμός απελευθερώνεται όταν η πίεση είναι πολύ υψηλή, όχι μόνο ως αυτό που τώρα που ονομάζονται συσκευές “fail safe”, αν και σίγουρα είναι αυτό-, αλλά ως ουσιώδη μέρη της οργάνωσης-κινήτρου του καπιταλισμού, περισσότερο, με άλλα λόγια, ως καρμπυρατέρ που εξασφαλίζουν το ότι χρησιμοποιείται ακριβώς το σωστό μίγμα καυσίμου και αέρα για κάθε νέα ζήτηση της μηχανής”.

Με το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, αρνήθηκε να λάβει μέρος στη σύγκρουση των αντιτιθέμενων καπιταλιστικών κρατών και ήταν αντιρρησίας συνείδησης. Έκανε εναλλακτική υπηρεσία εργαζόμενος σε μια ψυχιατρική κλινική Κατά τη διάρκεια του πολέμου δημιούργησε το Αντιμιλιταριστικό Συμβούλιο Randolph Bourne (από το όνομα του ελευθεριακού συγγραφέα, ο οποίος είχε εισάγει τη φράση “ο πόλεμος είναι η υγεία του κράτους”) . Βοήθησε Ιαπωνοαμερικανούς που είχαν συλληφθεί και εγκλεισθεί κατά χιλιάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, επινοώντας τρόπους με τους οποίους πολλοί ήταν σε θέση να αποφύγουν τον εγκλεισμό.

Στο Berkeley το διάστημα 1944-1948 το περιοδικό “Circle”, συνένωνε τοπικούς συγγραφείς της Αναγέννησης και εξόριστους Ευρωπαίους σουρρεαλιστές ποιητές οι οποίοι εξέφραζαν αναρχικές και αντιεξουσιαστές απόψεις (ο Rexroth συνεισέφερε στο εν λόγω περιοδικό). Στο τελευταίο τεύχος του δημοσιεύτηκε μια διαφήμιση-αγγελία για τη δημιουργία μιας νέας ομάδας συγγραφέων με τη δήλωση: “Πιστεύουμε στην πιθανότητα μιας κουλτούρας η οποία να αγωνίζεται για την ελευθερία της, η οποία να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα των εργαζομένων της σε όλους τους τομείς συμπεριλαμβανομένων των τεχνών και η οποία μπορεί να δημιουργήσει για τον εαυτό της νέες μορφές και νέες φωνές ενάντια στην αντίδραση και την απειλή του πολέμου”.

Μετά τον πόλεμο, ο Rexroth συμμετείχε στη δημιουργία του San Francisco Anarchist Circle (Αναρχικού Κύκλου San Francisco), που αργότερα μετονομάστηκε σε Libertarian Circle (Ελευθεριακός Κύκλος)). Αναρχικοί όπως ο David Koven, επιζώντες παλαιοί Ιταλοί και Ισπανοί αναρχικοί και αντιρρησίες συνείδησης που επέστρεφαν από το κέντρο κράτησης Waldorf συμμετείχαν. Γίνονταν ζωηρές εβδομαδιαίες συναντήσεις όπου σηζητιούνταν πολλά και διάφορα θέματα, από την Ισπανική Επανάσταση, την Κρονστάνδη και τα κατορθώματα των ανταρτών του Νέστορα Μάχνο στην Ουκρανία, μέχρι τις ιδέες αναρχικών όπως οι Έμμα Γκόλντμαν, Αλεξάντερ Μπέρκμαν, Βολτερίν ντε Κλερ, Πέτρος Κροπότκιν, το κίνημα των αναρχικών γυναικών, το σεξ και την αναρχία. Οι συζητήσεις γίνονταν στο σπίτι του Rexroth και εμπλουτίζονταν από την μαγειρική του (ήταν υπέροχος μάγειρας) αλλά και τις τεράστιες εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις.

Οι δραστηριότητες του Rexroth σχεδιάζονταν για να προκαλούν αυτό που ο ίδιος ένιωθε ότι ήταν αναγκαίο για την επιτυχή μετάβαση σε μια αναρχική κοινωνία, δηλαδή την ανάπτυξη μιας νέας συνείδησης. Το μικρό περιοδικό “Ark” (“Κιβωτός”) που ιδρύθηκε το 1947 (τυπωμένο σε μια μικρή πρέσα χειρός) ήταν πιο μαχητικό από τον προκάτοχό του στο Νότο το “Circle”. Διακήρυξε εκεί ο Rexroth: “Σήμερα, σε αυτό το καταστροφικό σημείο του χρόνου, το κύρος, αν όχι το μέλλον της αναρχικής θέσης, είναι περισσότερο από ποτέ δημιουργημένο. Έχει γίνει ένας γυαλισμένος καθρέφτης μπροστά στον οποίο τα ψεύδη των πολιτικών συστημάτων στέκονται γυμνά”. Όταν όλοι οι άλλοι κοινωνικοί σχολιαστές διακήρυτταν ωμά ότι κάθε εξέγερση και διαφωνία είχε τελειώσει, αυτός ήταν σε θέση να πει: “Η νεότερη γενιά είναι σε κατάσταση εξέγερσης τόσο απόλυτη που οι μεγαλύτεροι δεν μπορούν ακόμα να την αναγνωρίσουν”.

Μέλη του Libertarian Circle επρόκειτο να διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στη ριζοσπαστική έξαρση που έγινε γνωστή ως η Αναγέννηση του Σαν Φρανσίσκο, καθώς εμφανίστηκαν ποιητές και καλλιτέχνες, ελεύθερο ραδιόφωνο, πειραματικό θέατρο και ένα κίνημα μικρών περιοδικών. Ο Rexroth επρόκειτο να γίνει ο πατέρας του κινήματος μπιτ (beat) που προέκυψε, μιας και κατάφερε να ενώσει τους αντιφρονούντες ποιητές και συγγραφείς τόσο στην ανατολική όσο και τη δυτική ακτή. Ο Kenneth, βέβαια, μισούσε να τον αποκαλούν πατέρα των Beats -ένα κίνημα για το οποίο είχε πολλές επικρίσεις- αλλά ήταν σε θέση να δει ότι αυτός και εκείνοι ενοποιήθηκαν σε έναν αμοιβαίο ανταγωνισμό “ενάντια στην επιχειρηματική κοινότητα, τον στρατιωτικό ιμπεριαλισμό, την πολιτική αντίδραση, την υστερική και βουτηγμένη στη λάσπη ενοχή των πρώην σταλινικών, την πρώην τροτσκιστική αμερικανική διανόηση”.

Ο Rexroth επρόκειτο να γίνει ο γεννήτορας της Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο, η οποία οδήγησε απευθείας στην εμφάνιση του κινήματος Beat, σε μια εκδήλωση στην Γκαλερί Six στο Σαν Φρανσίσκο, όπου διαβάστηκε το δυναμικό και αντιαυταρχικό ποίημα “Howl” του Allen Ginsburg, μπροστά σε ένα πρόθυμο και ενθουσιασμένο κοινό πολλών εκατοντάδων ατόμων σε μια ηλεκτρισμένη, μεθυστική ατμόσφαιρα, όπου ο Jack Kerouac ήταν αυτός που έδινε τον ρυθμό.

Ο William Everson λέει ό,τι αισθάνομαι για τον Rexroth καλύτερα από ό,τι θα μπορούσα, οπότε ας δούμε τι λέει: “Είναι δυναμικός ομιλητής για οποιαδήποτε υπόθεση που ενστερνίζεται. Γεννημένος δημοσιογράφος, έχει μια κλίση στις δυναμικές δημόσιες ομιλίες, αλλά και τα κότσια να μιλήσει με κατηγορηματικό τρόπο. Έχει φανταστικό πνευματικό και ηθικό σθένος. Η ρητορική του είναι άγρια, μερικές φορές σοκαριστική, αλλά ποτέ δεν είναι αναποτελεσματική. Τα ”λάθη” του είναι οι υπερβολές των αρετών του και το ότι τσακώνεται με τους φίλους του τόσο εύκολα όπως και με τους εχθρούς του. Έχει την τάση να ανατρέπει το κίνημα που ο ίδιος καλλιέργησε το συντομότερο δυνατόν όταν δείχνει σημάδια κατακερματισμού. Αλλά οι ανησυχίες του, δεν θα μπορούσανε να θέσουν σε κίνδυνο την εργασία του που επιτυγχάνεται. Άγγιξε το νεύρο του μέλλοντος και περισσότερο από κάθε άλλη φωνή στο κίνημα κάλεσε σε δράση. Αν και άλλοι πήραν τη θέση του και έλαβαν τα εύσημα, παραμένει αλήθεια ότι σήμερα απολαμβάνουμε την ελευθερία της έκφρασης και τον τρόπο ζωής που πραγματικά κάνουμε σε μεγάλο βαθμό, επειδή αυτός μας έπεισε ότι αυτό δεν ήταν μόνο επιθυμητό αλλά είναι δυνατόν, εμπνέοντάς μας να το κάνουμε”.

Ο Rexroth απέκτησε πάρα πολύ άγχος για την ανάπτυξη ενός ριζοσπαστικού τρόπου ζωής ως οχυρού ενάντια στον καπιταλισμό σε βάρος του αγώνα. Η ολοένα και πιο θρησκευτική στροφή του τα τελευταία χρόνια της ζωής του άρχισε να γίνεται ενοχλητική για πολλούς άθεους και αγνωστικιστές. Παρ’ όλα αυτά, τόσο τα πεζά όσο και τα ποιήματά του, είναι βαθιά αναρχικά και βαθιά μαχητικά. Στο μακρύ ποίημα “Ο Φοίνικας και η χελώνα” έγραψε: “Το κράτος είναι η οργάνωση του κακού ενστίκτου της ανθρωπότητας”. Στο “Eli Jacobson” ένα από τα πιο συγκινητικά ποιήματά του, ο Rexroth θυμάται έναν νεκρό φίλο:

Ήμασταν σύντροφοι
Μαζί, πιστεύαμε ότι
Θα δούμε με τα μάτια μας, ένα νέο
Κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν ήταν πλέον
Λύκος για τον άνθρωπο αλλά οι άνδρες και οι γυναίκες
Θα ήταν όλοι αδέλφια και εραστές
Μαζί. Δεν θα το δούμε.
Εμείς δεν θα το δούμε, κανένας από εμάς.
Είναι πιο μακριά από ό,τι νομίζαμε
Θα μας θυμούνται, όλους
Μα, πάντα, όλοι οι άνθρωποι,
Οι καλές μέρες τώρα είναι τόσο μακριά.
Αν ποτέ οι καλές μέρες έρθουν,
Εμείς δεν θα το ξέρουμε. Δε θα μας νοιάζει.
Οι ζωές μας ήταν οι καλύτερες Ήμασταν οι
Ευτυχέστεροι ανθρωποι ζωντανοί στις μέρες μας.

Σε ένα από τα πιο οργισμένα ποιήματά του το “Thou Shalt Not Kill” (“Ου φονεύσεις”), ο Rexroth λέει ότι η κατάρρευση του επαναστατικού κύματος έχει καταβάλει τόσους πολλούς συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενους.

Πόσοι σταμάτησαν να γράφουν στα τριάντα;
Πόσοι πέθαναν από προμετωπικές
Λοβοτομές στο Κομμουνιστικό Κόμμα;
Πόσοι χάθηκαν στους πίσω διαδρόμους
Των επαρχιακών τρελοκομείων;
Πόσοι με τη σύσταση του ψυχαναλυτή τους
Πήραν απόφαση πως ήταν καλύτερα
Να γίνουν επιχειρηματίες;
Πόσοι είναι άμοιροι αλκοολικοί;

(Ελληνική μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς)

Ένας κριτικός αποκάλεσε κοροϊδευτικά τον Rexroth (καθώς και τους Gary Snyder και Philip Whalen) “μέλη της ποιητικής σχολής της αρκούδας που χέζει στο μονοπάτι” (“members of the bear-shit-on-the-trail school of poetry”). Ο Rexroth πέρασε πράγματι πολύ χρόνο σε ορεινές και έρημες περιοχές πιστεύοντας ότι ήταν ένα υπέροχο αντίδοτο στις μάστιγες της αστικής καπιταλιστικής ζωής, και έγραψε όμορφα γι’ αυτές τις εμπειρίες. Αλλά συχνά, στη μέση ενός τέτοιου ποιήματος, συρόμαστε προς τις ιδέες του αγώνα, όπως εγώ, περπατώντας στα βουνά, έχουν μετατραπεί σε σκέψεις για την επανάσταση. Εδώ ο Rexroth αναπολεί τον Ιταλοαμερικανό αναρχικό Bartomeleo Vanzetti και τον σύντροφο του Nicola Sacco, που δολοφονήθηκανε από το κράτος. (Είχε επισκεφθεί και τους δύο στη φυλακή).

Είδα και τους δυο σας να παρελαύνετε με έναν στρατό
Εσύ με την κόκκινη και μαύρη σημαία Sacco με το λάβαρο του κροταλία.

Κλώτσησα την τελευταία τράπεζα χιονιού και κατέληξε στο απερίγραπτα μπλε και αρωματικά Polemonium και τους νεκρούς του ουρανού και το αποστειρωμένο κρυσταλλικό γρανίτη και τελικού μονόλιθου της συνόδου κορυφής.
Αυτά είναι τα πράγματα που αντέχουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, Vanzetti,
χαίρομαι που μία φορά στάθηκες ανάμεσά τους. Κάποια ημέρα τα βουνά θα πάρουν το όνομά σου και αυτό του Sacco. Θα είναι εδώ και το όνομά σου μαζί τους, όταν οι ημέρες αυτές δεν θα είναι παρά μια αμυδρή ανάμνηση του χρόνου, από τότε που ο άνθρωπος ήταν λύκος για τον άνθρωπο.
Νομίζω ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να σας θυμηθούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα Μόνιμα στα βουνά. Πολλοί άνθρωποι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, σύντροφε.

(Από το Climbing Milestone Mountain, 22 Αυγούστου 1937).

*Με ελαφρή επεξεργασία από το libcom.org
**Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, Αύγουστος 2016.

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.